στεγνώνω

στεγνώνω
[-ώ (ο )] 1. μετ.
1) сушить, высушивать, обсушивать;

στεγνώνω τα ρούχα — сушить бельё;

2) иссушать;
2. αμετ. сохнуть, сушиться; высыхать; обсыхать; обсушиваться; εστέγνωσαν τα ρούχα απάνω του бельё высохло на нём; στέγνωσε το στόμα μου во рту пересохло; στέγνωσε το χείλι μου губы пересохли

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "στεγνώνω" в других словарях:

  • στεγνώνω — στεγνώνω, στέγνωσα, στεγνωμένος βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στεγνώνω — στεγνῶ, όω, ΝΜΑ [στεγνός] νεοελλ. 1. καθιστώ στεγνό κάτι, αφαιρώ την υγρασία του («στεγνώνω τα ρούχα στον ήλιο») 2. (αμτβ.) αποβάλλω την υγρασία, γίνομαι στεγνός («στέγνωσε το πάτωμα») 3. μτφ. αδυνατίζω («στέγνωσε από τη στενοχώρια του») 4. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • στεγνώνω — στέγνωσα, στεγνωμένος 1. μτβ., κάνω κάτι στεγνό: Στέγνωσε τα ρούχα του. 2. αμτβ., γίνομαι στεγνός: Στέγνωσαν τα ρούχα. 3. «Στεγνώνει το στόμα μου», με πιάνει μεγάλη δίψα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άζα — η (Α ἄζα) νεοελλ. 1. αιθάλη, καπνιά 2. η άρμη που ρίχνουν στο τυρί 3. λεπτότατη σκόνη από κάρβουνα ή άχυρα, άχνη, σκόνη 4. υπολείμματα τών γεννημάτων στα αλώνια (κόντυλα, σκύβαλα κ.ά.) 5. το προσάναμμα από μισοκαμένο πανί ή νάρθηκα και η τέφρα… …   Dictionary of Greek

  • περισκέλλω — Α 1. καταξη ραίνω κάτι ολόγυρα, στεγνώνω 2. (η μτχ. παρακμ.) περιεσκληκώς, υῑα, ός καταξηραμένος ολόγυρα, κατάξερος, στεγνός, ισχνός («περιεσκληκότος τοῡ δέρματος», Γρηγ. Νύσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + σκέλλω «ξηραίνω, στεγνώνω»] …   Dictionary of Greek

  • προεξικμάζω — Μ απορροφώ την ικμάδα, στεγνώνω προηγουμένως κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐξικμάζω «ξεραίνω, στεγνώνω»] …   Dictionary of Greek

  • σκέλλω — ΜΑ 1. ξηραίνω, καταξηραίνω, αποξηραίνω, στεγνώνω («μὴ... μένος ἠελίοιο σκήλει ἀμφὶ περὶ χρόα ἴνεσιν ἠδὲ μέλεσσιν» για να μη καταξηράνει η δύναμη τού ήλιου το δέρμα γύρω από τα νεύρα και τα μέλη, Ομ. Ιλ.) 2. παθ. σκέλλομαι α) είμαι κατάξηρος,… …   Dictionary of Greek

  • τέρσω — Α (κυρίως μέσ. και παθ.) τέρσομαι είμαι ή γίνομαι ξηρός, στεγνώνω («ὅταν [τὰ ῥάκεα] ἐν ἡλίῳ τέρσηται», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος θεματικός ενεστ. που ανάγεται στην απαθή βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *ters «ξηραίνω, στεγνώνω» και συνδέεται με τα: αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • άζω — (I) ἄζω (Α) αποξηραίνω, μαραίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ΙΕ ρ. *azd «ξηραίνω, φρύγω, στεγνώνω, από όπου *azd yo < ἄζω, με φωνητική εξέλιξη τού συμπλέγματος dy σε ζ. ΠΑΡ. αρχ. ἀζαίνω, ἀζαλέος, ἀζάνω, ἄζα*]. (II) ἄζω (Α) 1. φωνάζω α, στενάζω, θρηνώ 2.… …   Dictionary of Greek

  • αμέλγω — ἀμέλγω (Α) (ενεργ. και μέσ. στις ίδιες σημασίες) 1. τραβώ το γάλα από τους μαστούς, αρμέγω 2. απομυζώ, γυμνώνω, εκμεταλλεύομαι κάποιον 3. πίνω βυζαχτά, εκμυζώ, ρουφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος ρηματικός τ. με συχνή χρήση, γνωστός ήδη από τον Όμηρο.… …   Dictionary of Greek

  • αμέργω — (Α ἀμέργω) (ενεργ. και μέσ. με την ίδια σημασία) κόβω, δρέπω, μαζεύω από το δέντρο, τρυγώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη από την τεχνική ορολογία που τελικά περιέπεσε σε αχρηστία. Το ρήμα σημαίνει συνήθως «μαζεύω, συλλέγω» υποδηλώνοντας κυρίως την έννοια «αποσπώ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»